Μετάφραση του "Mund" σε Ελληνικά
Οι Στόμα, στόμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mund" σε Ελληνικά.
Mund
noun
masculine
feminine
γραμματική
Schnute (umgangssprachlich) [..]
-
Στόμα
nounDu hast mir das Wort aus dem Mund genommen.
Από το στόμα μου την πήρες.
-
στόμα
noun neuterτο στόμα [..]
Du hast mir das Wort aus dem Mund genommen.
Από το στόμα μου την πήρες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Mund " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Mund"
Φράσεις παρόμοιες με "Mund" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Στοματική και γναθοπροσωπική χειρουργική
-
μου τρέχουν τα σάλια · μου τρέχουν τα σάλια _ το λιγουρεύομαι
-
βούλωσέ το! · σώπα!
-
από το στόμα μου την πήρες
-
ξηροστομία
-
νόσος χεριών, ποδιών και στόματος
-
ο πριωϊνός ψαράς πιάνει το ψάρι · όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε
-
τεχνητή αναπνοή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη