Μετάφραση του "Mut" σε Ελληνικά

Οι θάρρος, κουράγιο, τόλμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mut" σε Ελληνικά.

Mut noun Noun masculine γραμματική

Traute (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάρρος

    noun neuter

    Dazu gehört heute schon wieder etwas Mut, dies zu fordern.

    Εδώ χρειάζεται σήμερα και λίγο θάρρος για να το υποστηρίξουμε.

  • κουράγιο

    noun neuter

    Er hatte den Mut, sich selbst davon zu überzeugen, dass wir belogen wurden.

    Είχε το κουράγιο να δει με τα μάτια του οτι αυτό που μας είπαν ήταν ένα κάρο ψέματα.

  • τόλμη

    noun feminine

    Er wird politischen Mut und politische Entscheidungen erfordern.

    Τούτο θα απαιτήσει πολιτική τόλμη και πολιτικές αποφάσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σθένος
    • ανδρεία
    • παλικαριά
    • γενναιότητα
    • Κουράγιο
    • Μουτ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Mut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη