Μετάφραση του "Mutlosigkeit" σε Ελληνικά

Οι αθυμία, ατολμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mutlosigkeit" σε Ελληνικά.

Mutlosigkeit noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθυμία

    noun feminine
  • ατολμία

    Wir haben die Bankenkrise nicht gelöst, und werden diese auch nicht mit Mutlosigkeit lösen.

    Δεν λύσαμε την κρίση των τραπεζών, ούτε και θα το επιτύχουμε δείχνοντας ατολμία. "

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mutlosigkeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mutlosigkeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη