Μετάφραση του "Mutti" σε Ελληνικά

Οι μαμά, μάνα, μητέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mutti" σε Ελληνικά.

Mutti noun proper Proper noun Noun feminine γραμματική

deine arme alte Mutter (halb-scherzhaft) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαμά

    noun feminine

    Beeil dich doch, Mutti! Alle warten schon.

    Μαμά βιάσου! Όλοι περιμένουν.

  • μάνα

    noun feminine

    Hängst du jetzt die Mutti raus?

    Το παίζεις η μάνα μου τώρα;

  • μητέρα

    noun feminine

    Es tut mir schrecklich Leid, Mutti, aber du weißt zu viel.

    Λυπάμαι πολύ, μητέρα, αλλά σε ξέρω πολύ καλά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mutti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Mutti"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mutti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη