Μετάφραση του "Nautik" σε Ελληνικά

Το ναυτική είναι η μετάφραση του "Nautik" σε Ελληνικά.

Nautik
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ναυτική

    adjective

    ein Sachverständiger für Nautik mit Binnenschifferpatent, das zum Führen des zu untersuchenden Fahrzeuges berechtigt.

    ένας ναυτικός εμπειρογνώμονας ο οποίος διαθέτει άδεια πλοιάρχου εσωτερικής ναυσιπλοΐας, η οποία επιτρέπει στον κάτοχό της να κυβερνήσει το σκάφος που πρόκειται να ελεγχθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Nautik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Nautik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη