Μετάφραση του "Neologismus" σε Ελληνικά

Οι νεολογισμός, Νεολογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Neologismus" σε Ελληνικά.

Neologismus noun Noun masculine γραμματική

Neologismus (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεολογισμός

    noun masculine

    Wort oder Ausdruck, das oder der erst kürzlich geprägt wurde.

  • Νεολογισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Neologismus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Neologismus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη