Μετάφραση του "Neoplasma" σε Ελληνικά

Οι νεόπλασμα, όγκος, νεοπλασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Neoplasma" σε Ελληνικά.

Neoplasma noun neuter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεόπλασμα

    noun neuter

    Tumor — eine abnormale Gewebemasse; jede krankhafte Wucherung; auch Neoplasma oder Gewebsneubildung genannt.

    Όγκος — μια μη φυσιολογική μάζα ιστού· οποιοδήποτε ανθυγιεινό πρήξιμο· ονομάζεται επίσης νεόπλασμα ή νεοπλασματικός ιστός.

  • όγκος

    noun masculine
  • νεοπλασία

    noun feminine

    Wachstumshormon darf bei Patienten mit aktivem Neoplasma nicht angewendet werden

    Η αυξητική ορμόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ενεργό νεοπλασία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Neoplasma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Neoplasma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη