Μετάφραση του "Netz" σε Ελληνικά

Οι Δίκτυον, δίκτυο, δίχτυ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Netz" σε Ελληνικά.

Netz noun neuter feminine γραμματική

Netz (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δίκτυον

    noun proper

    Netz (Sternbild)

    Das Gerät ist mit einem Netz zu verbinden, wenn es als netzfähig geliefert wird.

    Η μονάδα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με δίκτυο εάν έχει ικανότητα δικτύου όπως παραδίδεται.

  • δίκτυο

    noun neuter

    Beschreibt eine wesentliche Position im Netz, die stets am Anfang oder am Ende eines Segments steht.

    Αναπαριστά μια σημαντική θέση στο δίκτυο, η οποία βρίσκεται πάντοτε στην αρχή ή στο τέλος ενός συνδέσμου.

  • δίχτυ

    noun neuter

    Du hast alles durcheinander gebracht, hast dein Netz abgenommen.

    Προκάλεσες αναταραχή στο τσίρκο, έβαλες να κόψουν το δίχτυ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βρόγχος
    • Δίκτυο
    • δίχτυα
    • ιστός αράχνης
    • πλέγμα
    • τέρμα
    • απόχη
    • δίχτυωτό
    • Διαδίκτυο
    • διαδίκτυο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Netz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

netz
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίκτυον

    Das Gerät ist mit einem Netz zu verbinden, wenn es als netzfähig geliefert wird.

    Η μονάδα πρέπει να είναι συνδεδεμένη με δίκτυο εάν έχει ικανότητα δικτύου όπως παραδίδεται.

Εικόνες με "Netz"

Φράσεις παρόμοιες με "Netz" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Netz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη