Μετάφραση του "Neuanpassung" σε Ελληνικά

Το αναπροσαρμογή είναι η μετάφραση του "Neuanpassung" σε Ελληνικά.

Neuanpassung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπροσαρμογή

    Noun

    Die vorgeschlagene Neuanpassung des Stellenplans wird sich auf den Umfang der Mittelausstattungen nicht auswirken.

    Η προτεινόμενη αναπροσαρμογή του πίνακα προσωπικού δεν θα έχει καμία επίπτωση στο επίπεδο των πιστώσεων του προϋπολογισμού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Neuanpassung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Neuanpassung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη