Μετάφραση του "Nimmersatt" σε Ελληνικά

Οι αδηφάγος, λαίμαργος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Nimmersatt" σε Ελληνικά.

Nimmersatt Noun noun masculine γραμματική

Vielfraß (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδηφάγος

    noun masculine
  • λαίμαργος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Nimmersatt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Nimmersatt"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Nimmersatt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη