Μετάφραση του "Normal" σε Ελληνικά

Οι Κανονικό, φυσιολογικός, κανονικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Normal" σε Ελληνικά.

Normal noun γραμματική

Normal (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κανονικό

    Nein, das ist nicht normal.

    Όχι, εκείνο δεν είναι κανονικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Normal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

normal adjective γραμματική

stinknormal (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσιολογικός

    adjective

    που ακολουθεί αυτό που συμβαίνει συνήθως στη φύση

    Wir können nicht wissen, ob das neue Gewebe normal funktionieren wird oder nicht.

    Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ο νέοs ιστόs θα λειτουργήσει φυσιολογικά ή όχι.

  • κανονικός

    adjective masculine

    Nicht so gefickt, wie normale Leute gefickt werden wollen.

    Όχι με τον τρόπο που αρέσει στους κανονικούς ανθρώπους.

  • φυσικός

    adjective

    Kindermißbrauch impliziert ja irgendwo, daß es einen normalen Gebrauch von Kindern und auch von Frauen gibt.

    H κακοποίηση των παιδιών προϋποθέτει, φυσικά, ότι κάπου υπάρχει κανονική αντιμετώπιση των παιδιών και των γυναικών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομαλός
    • κανονικό
    • συνηθισμένο
    • κοινός
    • κοινό
    • συνηθισμένος
    • συνηθισμένη
    • κανονική
    • κοινή

Φράσεις παρόμοιες με "Normal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Normal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη