Μετάφραση του "Normalität" σε Ελληνικά

Οι κανονικότητα, ομαλότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Normalität" σε Ελληνικά.

Normalität noun Noun feminine γραμματική

Normalität (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανονικότητα

    Ich sehe in ihm einen Schritt in die europäische Normalität.

    Αντιθέτως, την θεωρώ μάλιστα ως ένα βήμα προς την ευρωπαϊκή κανονικότητα.

  • ομαλότητα

    Seither vermochte das Land nie zur Normalität zurückzukehren.

    Από τότε δεν κατάφερε να επανέλθει στην ομαλότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Normalität " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Normalität" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη