Μετάφραση του "Notwehr" σε Ελληνικά

Οι άμυνα, αυτοάμυνα, νόμιμη άμυνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Notwehr" σε Ελληνικά.

Notwehr Noun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμυνα

    noun

    Ich habe die Waffe gehalten, aber ich habe in Notwehr geschossen.

    Εγώ είχα το όπλο, αλλά πυροβόλησα σε νόμιμη άμυνα.

  • αυτοάμυνα

    noun

    Wer ihn umbrachte, kann sich kaum auf Notwehr berufen.

    Όποιος τον σκότωσε δεν μπορεί να ισχυριστεί αυτοάμυνα.

  • νόμιμη άμυνα

    Ich habe die Waffe gehalten, aber ich habe in Notwehr geschossen.

    Εγώ είχα το όπλο, αλλά πυροβόλησα σε νόμιμη άμυνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Notwehr " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Notwehr" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη