Μετάφραση του "Nudismus" σε Ελληνικά

Το γυμνισμός είναι η μετάφραση του "Nudismus" σε Ελληνικά.

Nudismus noun Noun masculine γραμματική

textilfreies Baden (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυμνισμός

    noun masculine

    Η πρακτική της ζωής χωρίς ρούχα για λόγους άνεσης ή υγείας.

    Man nennt das " Nudismus ".

    Λέγεται " Γυμνισμός ".

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Nudismus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Nudismus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη