Μετάφραση του "Nudismus" σε Ελληνικά
Το γυμνισμός είναι η μετάφραση του "Nudismus" σε Ελληνικά.
Nudismus
noun
Noun
masculine
γραμματική
textilfreies Baden (umgangssprachlich)
-
γυμνισμός
noun masculineΗ πρακτική της ζωής χωρίς ρούχα για λόγους άνεσης ή υγείας.
Man nennt das " Nudismus ".
Λέγεται " Γυμνισμός ".
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Nudismus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη