Μετάφραση του "Numismatik" σε Ελληνικά
Οι νομισματική, νόμισμα, Νομισματολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Numismatik" σε Ελληνικά.
Numismatik
Noun
feminine
γραμματική
Wissenschaftliche Beschäftigung mit Geld (Münzen, Geldscheine etc.) und seiner Geschichte.
-
νομισματική
noun -
νόμισμα
noun -
Νομισματολογία
Wissenschaft von Münzen, Medaillen sowie weiteren Zahlungsmitteln und Geldgeschichte
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Numismatik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
numismatik
-
νομισματολογία
noun feminine
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη