Μετάφραση του "Nymphomanin" σε Ελληνικά

Οι νυμφομανής, μητρομανής, νυμφίδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Nymphomanin" σε Ελληνικά.

Nymphomanin noun Noun feminine γραμματική

Frau mit extremem oder obsessivem sexuellen Begehren.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νυμφομανής

    feminine

    Bei den Positionen muss sie einfach eine Nymphomanin sein

    Πρέπει να ' ναι νυμφομανής με τέτοιες στάσεις

  • μητρομανής

  • νυμφίδιο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Nymphomanin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Nymphomanin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη