Μετάφραση του "Obstipation" σε Ελληνικά
Το δυσκοιλιότητα είναι η μετάφραση του "Obstipation" σε Ελληνικά.
Obstipation
Noun
γραμματική
Obstipation (fachsprachlich) [..]
-
δυσκοιλιότητα
noun femininePatienten mit Obstipation sollten während der Behandlung mit Renagel sorgfältig überwacht werden
Οι ασθενείς με δυσκοιλιότητα θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά όσο διαρκεί η αγωγή με το Renagel
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Obstipation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη