Μετάφραση του "Offizier" σε Ελληνικά

Οι αξιωματικός, αξιωματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Offizier" σε Ελληνικά.

Offizier noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιωματικός

    noun masculine

    μέλος μιας ένοπλης δύναμης ή ένστολης υπηρεσίας που κατέχει ανώτερη θέση

    Er war ein guter Offizier, der es noch weit hätte bringen können.

    Ήταν καλός αξιωματικός με μια λαμπρή καριέρα μπροστά του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Offizier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

offizier
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιωματικός

    noun masculine

    Er war ein guter Offizier, der es noch weit hätte bringen können.

    Ήταν καλός αξιωματικός με μια λαμπρή καριέρα μπροστά του.

Φράσεις παρόμοιες με "Offizier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Offizier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη