Μετάφραση του "Ohm" σε Ελληνικά

Οι ωμ, Ωμ, θείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ohm" σε Ελληνικά.

Ohm noun proper masculine neuter γραμματική

Ohm (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωμ

    noun neuter
  • Ωμ

    Maßeinheit des elektrischen Widerstands [..]

  • θείος

    noun masculine

    Ο αδερφός του πατέρα ή της μητέρας κάποιου ή κάποιας. [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ohm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Ohm"

Φράσεις παρόμοιες με "Ohm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ohm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη