Μετάφραση του "Ohm" σε Ελληνικά
Οι ωμ, Ωμ, θείος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ohm" σε Ελληνικά.
Ohm
noun
proper
masculine
neuter
γραμματική
Ohm (veraltet) [..]
-
ωμ
noun neuter -
Ωμ
Maßeinheit des elektrischen Widerstands [..]
-
θείος
noun masculineΟ αδερφός του πατέρα ή της μητέρας κάποιου ή κάποιας. [..]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ohm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Ohm"
Φράσεις παρόμοιες με "Ohm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γκέοργκ Ωμ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη