Μετάφραση του "Oma" σε Ελληνικά
Οι γιαγιά, μάμμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Oma" σε Ελληνικά.
Oma
noun
feminine
γραμματική
Omi (umgangssprachlich) [..]
-
γιαγιά
noun feminineDie Mutter eines Elternteils einer Person.
Dann werde ich einen weiteren tollen Plan verkünden, um Geld für Oma zu besorgen.
Kαι μετά θα σκαρφιστώ άλλo έvα υπέρoχo σχέδιo για vα βρoύμε λεφτά για τη γιαγιά.
-
μάμμη
noun feminineDie Mutter eines Elternteils einer Person.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Oma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Oma"
Φράσεις παρόμοιες με "Oma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχω διδαχτεί κάτι απο τη γιαγιά μου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη