Μετάφραση του "Online" σε Ελληνικά

Οι Συνδεδεμένος, συνδεδεμένος, on line είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Online" σε Ελληνικά.

Online
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνδεδεμένος

    Unternehmer, die beim Online-Erwerb von verbundenen Reisearrangements behilflich sind

    Πάροχοι που διευκολύνουν την παροχή συνδεδεμένων ταξιδιωτικών διακανονισμών στο διαδίκτυο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Online " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

online
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδεδεμένος

    adjective

    Sie werden von freiwilligen Systemadministratoren gemanagt, die online sind.

    Αυτοί ελέγχονται από ένα εθελοντικό σύστημα διαχειριστών που είναι συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο.

  • on line

    Vorschläge für indirekte FTE-Maßnahmen sollten online abgefasst und online eingereicht werden.

    Οι προτάσεις έμμεσης δράσης ΕΤΑ πρέπει να συνταχθούν και να υποβληθούν επιγραμμικά (on-line).

  • με σύνδεση

    KMail befindet sich im Online-Modus. Alle Vorgänge, die eine Netzwerkverbindung erfordern, werden wiederaufgenommen

    Το KMail λειτουργεί με σύνδεση. Όλες οι δικτυακές εργασίες συνεχίζονται

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ον-λάιν
    • σε σύνδεση

Φράσεις παρόμοιες με "Online" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Online" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη