Μετάφραση του "Orientale" σε Ελληνικά

Οι ανατολίτης, Ασιάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Orientale" σε Ελληνικά.

Orientale noun masculine γραμματική

Orientale (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανατολίτης

    Noun masculine

    Der Orientale benutzt im allgemeinen, wenn er fischen geht, ein Bambusboot.

    Ένας Ανατολίτης μπορεί να πάη για ψάρεμα με βάρκα από ινδοκάλαμο.

  • Ασιάτης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Orientale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Orientale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη