Μετάφραση του "Orthografie" σε Ελληνικά
Το ορθογραφία είναι η μετάφραση του "Orthografie" σε Ελληνικά.
Orthografie
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
ορθογραφία
noun feminineIhre Namen werden gezwungenermaßen verformt; sie haben nicht das Recht, sie nach der polnischen Orthografie zu schreiben.
Τα ονόματά τους παραποιούνται· δεν τους επιτρέπεται να τα γράφουν σύμφωνα με την πολωνική ορθογραφία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Orthografie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη