Μετάφραση του "Orthografie" σε Ελληνικά

Το ορθογραφία είναι η μετάφραση του "Orthografie" σε Ελληνικά.

Orthografie noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθογραφία

    noun feminine

    Ihre Namen werden gezwungenermaßen verformt; sie haben nicht das Recht, sie nach der polnischen Orthografie zu schreiben.

    Τα ονόματά τους παραποιούνται· δεν τους επιτρέπεται να τα γράφουν σύμφωνα με την πολωνική ορθογραφία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Orthografie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Orthografie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη