Μετάφραση του "Otter" σε Ελληνικά

Οι ενυδρίδα, οχιά, έχιδνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Otter" σε Ελληνικά.

Otter noun masculine feminine γραμματική

Otter (Mythologie)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενυδρίδα

    noun feminine

    Der Otter hält sich allerdings nicht nur durch das Fell an sich warm.

    Εντούτοις, η ενυδρίδα δεν κρατιέται ζεστή με τη γούνα της και μόνο.

  • οχιά

    noun feminine

    Als Paulus ein Bündel Reisig auf das Feuer legte, fuhr eine giftige Otter heraus und heftete sich an seine Hand.

    Όταν κάποια στιγμή ο απόστολος Παύλος έβαλε ένα δεμάτι κλαδιά στη φωτιά, μια δηλητηριώδης οχιά βγήκε και πιάστηκε πάνω στο χέρι του.

  • έχιδνα

    noun feminine

    Ja, Paulus schüttelte die Otter schnell ab, die sich an seine Hand geheftet hatte.

    Μάλλον ο Παύλος γρήγορα τίναξε μακρυά την έχιδνα που είχε γαντζωθή στο χέρι του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βίδρα
    • βύδρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Otter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

otter
+ Προσθήκη

"otter" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το otter στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Otter"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Otter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη