Μετάφραση του "Output" σε Ελληνικά
Οι απόδοση, παραγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Output" σε Ελληνικά.
Output
noun
masculine
-
απόδοση
nounProduktivitätswachstum lässt sich definieren als mehr, besserer oder schnellerer Output bei gegebenem Input.
Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να οριστεί ως περισσότερη ή καλύτερη ή ταχύτερη απόδοση με δεδομένους πόρους.
-
παραγωγή
Das Output aller vorgenannten Unternehmen stellt die Gemeinschaftsproduktion dar.
Η παραγωγή όλων των ανωτέρω εταιρειών αποτελεί την κοινοτική παραγωγή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Output " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Output" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανάλυση εισροών - εκροών · ανάλυση εισροών-εκροών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη