Μετάφραση του "Ovulation" σε Ελληνικά

Το ωορρηξία είναι η μετάφραση του "Ovulation" σε Ελληνικά.

Ovulation noun Noun feminine γραμματική

Das Ausstoßen einer Eizelle aus dem Eierstock.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωορρηξία

    noun feminine

    Im Körper bewirkt LH die Ausstoßung von Eizellen, den so genannten Ei-oder Follikelsprung (Ovulation), während des Menstruationszyklus

    Στο ανθρώπινο σώμα, η ωχρινοποιητική ορμόνη προκαλεί την απελευθέρωση ωοθυλακίων (ωορρηξία) κατά τη διάρκεια του καταμήνιου κύκλου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ovulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ovulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη