Μετάφραση του "Oxidation" σε Ελληνικά

Οι οξίδωση, οξείδωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Oxidation" σε Ελληνικά.

Oxidation noun Noun feminine γραμματική

Chemische Reaktion, die den Sauerstoffgehalt einer Verbindung erhöht.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξίδωση

    Chemische Reaktion, die den Sauerstoffgehalt einer Verbindung erhöht.

  • οξείδωση

    Eine Oxidation der mehrfach ungesättigten Fettsäuren ist zu vermeiden.

    Θα πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια ώστε να παρεμποδιστεί η οξείδωση των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Oxidation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Oxidation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Oxidation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη