Μετάφραση του "Paginierung" σε Ελληνικά

Το σελιδοποίηση είναι η μετάφραση του "Paginierung" σε Ελληνικά.

Paginierung noun feminine γραμματική

Seitennummerierung (eines Schriftstückes)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σελιδοποίηση

    noun feminine

    Paginierung der Klageschrift und der Anlagen (Nrn. 12 Buchst. d und 59 der Praktischen Anweisungen)

    σελιδοποίηση του δικογράφου της προσφυγής και των παραρτημάτων (σημεία 12, στοιχείο δ', και 59 των πρακτικών οδηγιών)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Paginierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Paginierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη