Μετάφραση του "Park" σε Ελληνικά

Οι δημόσιος κήπος, πάρκο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Park" σε Ελληνικά.

Park noun Noun masculine γραμματική

Ein öffentlicher Ort oder eine öffentliche Fläche, die für die Erholung oder für den Erhalt einer kulturellen oder natürlichen Ressource bestimmt ist.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημόσιος κήπος

  • πάρκο

    noun neuter

    ανοιχτός χώρος διατηρημένος στην φυσική του μορφή [..]

    Er geht gewöhnlich in den Park mit seinem Hund.

    Πηγαίνει συνήθως στο πάρκο με το σκύλο του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Park " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

park verb
+ Προσθήκη

"park" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το park στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Park"

Φράσεις παρόμοιες με "Park" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Park" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη