Μετάφραση του "Partizip" σε Ελληνικά

Οι μετοχή, Μετοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Partizip" σε Ελληνικά.

Partizip noun Noun neuter γραμματική

eine Form eines Verbs, die als Adjektiv funktioniert und, wenn sie mit einem Hilfsverb (wie haben oder sein) kombiniert wird, bestimmte Zeiten des Verbs bildet

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετοχή

    noun feminine

    Dort ist zu lesen: „Das Partizip des hebräischen Verbs ,erschaffen‘ steht hier im Hoheits- oder Majestätsplural.“

    Εκεί μας λέγει ότι «η Εβραϊκή μετοχή του ρήματος ‘δημιουργώ’ είναι εδώ στον πληθυντικό αριθμό του μεγαλείου ή της εξοχότητος.»

  • Μετοχή

    σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Partizip " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Partizip" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Partizip" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη