Μετάφραση του "Pastellfarbe" σε Ελληνικά

Το παστέλ είναι η μετάφραση του "Pastellfarbe" σε Ελληνικά.

Pastellfarbe Noun noun feminine γραμματική

aus Kreide, Ton und Pigmenten hergestellter Farbstift

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παστέλ

    Ich zeichne mit weicher Pastellfarbe, die trocken ist wie Kohle, aber färbt.

    Ζωγραφίζω με μαλακό παστέλ, το οποίο είναι ξηρό σαν το κάρβουνο, αλλά χρωματιστό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pastellfarbe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pastellfarbe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη