Μετάφραση του "Pech" σε Ελληνικά

Οι ατυχία, πίσσα, γκαντεμιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pech" σε Ελληνικά.

Pech noun neuter γραμματική

Ungemach (veraltet) (gehoben)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατυχία

    noun feminine

    Er ist etwas angespannt, er hatte Pech mit seiner Frau.

    Έχει λίγο ένταση, είχε μια ατυχία με τη γυναίκα του.

  • πίσσα

    noun feminine

    Pech und Pechkoks aus Steinkohlenteer oder anderen Mineralteeren

    Πίσσα στερεή και οπτάνθρακας (κοκ) πίσσας, που παίρνονται από πίσσα λιθανθράκων ή από άλλες ορυκτές πίσσες

  • γκαντεμιά

    feminine

    Er hatte das Pech, im falschen Jahrhundert geboren zu sein.

    Απλά είχε την γκαντεμιά να γεννηθεί σε λάθος αιώνα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ατυχία αναποδιά
    • γκίνια
    • γρουσουζιά
    • δυστυχία
    • κακοτυχία
    • πισσώνω
    • η αποτυχία
    • η ατυχία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pech " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Pech"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pech" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη