Μετάφραση του "Pension" σε Ελληνικά
Οι σύνταξη, πανσιόν, οικοτροφείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pension" σε Ελληνικά.
Bettenburg (umgangssprachlich) [..]
-
σύνταξη
noun feminineForm von Geldleistung
Ich verliere meine Pension, wenn er so weitermacht.
Εγώ θα χάσω τη σύνταξη μου έτσι όπως το πάει.
-
πανσιόν
noun feminineIch habe eine kleine Pension für uns gefunden.
Μας βρήκα μια πανσιόν με εντοιχισμένα μαυρομάτικα φασόλια και ψηφιδωτά.
-
οικοτροφείο
noun neuterJared rief in der Pension an, kurz bevor er starb.
Ο Τζάρετ τηλεφώνησε στο οικοτροφείο τη νύχτα που πέθανε.
-
ξενώνας
noun masculineAndernfalls ist die Untervermietung als eine eigenständige gewerbliche Aktivität zu betrachten (Wohnungsdienstleistung oder Pension).
Διαφορετικά, η υπενοικίαση μπορεί να θεωρηθεί ως ξεχωριστή οικονομική δραστηριότητα (υπηρεσία στέγασης ή ξενώνας).
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Pension " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Pension" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνταξιοδοτούμαι