Μετάφραση του "Pfarrer" σε Ελληνικά
Οι παπάς, ιερέας, κληρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pfarrer" σε Ελληνικά.
Pfarrer
noun
masculine
γραμματική
Pfaffe (umgangssprachlich) [..]
-
παπάς
noun masculine -
ιερέας
noun masculineIn den Augen dieses Pfarrers war der junge Mann eindeutig ein Evangelist und nicht ein Hausierer.
Ο ιερέας θεωρούσε αναμφισβήτητα αυτό τον νεαρό άντρα ως έναν ευαγγελιστή και όχι μικροπωλητή.
-
κληρικός
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εφημέριος
- ιερωμένος
- πρεσβύτερος
- πρωτοπρεσβύτερος
- πάστορας
- ποιμήν
- αββάς
- αβάς
- ηγούμενος
- ποιμένας
- υπουργός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Pfarrer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Pfarrer"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη