Μετάφραση του "Pfeil" σε Ελληνικά
Οι βέλος, Βέλος, σαΐτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pfeil" σε Ελληνικά.
Pfeil
noun
masculine
γραμματική
Pfeil (Symbol) [..]
-
βέλος
noun neuterSpitzes Geschoss, das mit einem Bogen abgeschossen wird
Das kleine Herz mit dem Pfeil durch war im Sonderangebot.
Η καρδιά με το βέλος, απλά ήταν στον κατάλογο.
-
Βέλος
proper noun neuterGeschoss eines Bogens [..]
Lass den Pfeil fallen.
Ώστε εσύ είσαι το Βέλος.
-
σαΐτα
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βελος
- τόξο
- βελάκι
- δείκτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Pfeil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Pfeil"
Φράσεις παρόμοιες με "Pfeil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βέλος
-
Αντίθετα βέλη
-
Βέλος προς τα επάνω
-
Αποκλίνοντα βέλη
-
Συγκλίνοντα βέλη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη