Μετάφραση του "Pflege" σε Ελληνικά

Οι φροντίδα, καλλιέργεια, μέριμνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pflege" σε Ελληνικά.

Pflege noun feminine γραμματική

Behandlung eines Kranken, um dessen Schmerzen zu lindern und ihn zu heilen. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φροντίδα

    noun feminine

    Manche bieten sich sogar an, bei der täglichen Pflege des Babys mitzuhelfen.

    Μερικά μάλιστα προσφέρονται να συμβάλλουν στην καθημερινή φροντίδα του μωρού.

  • καλλιέργεια

    noun

    Deswegen plädiert er für die Schaffung der entsprechenden Voraussetzungen für die Pflege und den Ausbau eines europäischen Sportbewusstseins.

    Στα προηγούμενα πλαίσια προτείνει τη δημιουργία προϋποθέσεων, για την καλλιέργεια και ανάπτυξη ευρωπαϊκής αθλητικής συνείδησης.

  • μέριμνα

    Trotzdem braucht es dauernde Pflege, deren Finanzierung nicht immer gesichert ist.

    Παρά ταύτα χρειάζεται συνεχή μέριμνα, η χρηματοδότηση της οποίας δεν εξασφαλίζεται πάντοτε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νοσηλεία
    • περίθαλψη
    • περιποίηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pflege " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pflege verb
+ Προσθήκη

"pflege" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το pflege στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Pflege"

Φράσεις παρόμοιες με "Pflege" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνηθίζω
  • ανατρέφω · θετός
  • ευπρεπής · καθαρός · καλλιεργημένος · περιποιημένος
  • αγαπώ · γιατροκομώ · καλλιεργώ · μεγαλώνω · νοσηλεύω · περιθάλπω · περιποιούμαι · περιποιούμαι ζώο · συνηθίζω · συντηρώ · φροντίζω
  • διατρέφω · τρέφω
  • ανατρέφω
  • αγαπώ · γιατροκομώ · καλλιεργώ · μεγαλώνω · νοσηλεύω · περιθάλπω · περιποιούμαι · περιποιούμαι ζώο · συνηθίζω · συντηρώ · φροντίζω
  • αγαπώ · γιατροκομώ · καλλιεργώ · μεγαλώνω · νοσηλεύω · περιθάλπω · περιποιούμαι · περιποιούμαι ζώο · συνηθίζω · συντηρώ · φροντίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pflege" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη