Μετάφραση του "Pflicht" σε Ελληνικά

Οι καθήκον, υποχρέωση, Καθήκον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pflicht" σε Ελληνικά.

Pflicht noun feminine γραμματική

Agenda (österr.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθήκον

    noun neuter

    Um meine Pflicht gegenüber unseren Ältesten zu erfüllen.

    Για να εκπληρώσω το καθήκον μου προς τους προγόνους μας.

  • υποχρέωση

    noun feminine

    Für eine Pflicht zur zusätzlichen Stempelung finde sich keine Rechtsgrundlage.

    Δεν υφίσταται κανένα νομικό έρεισμα για υποχρέωση πρόσθετης σφραγίσεως.

  • Καθήκον

    das, was jemand aus moralischen (oder rechtlichen) Gründen tun muss

    Meine Pflicht ist es, diese Menschen zu schützen, die hier Hilfe suchen.

    Καθήκον μου είναι να προστατεύω αυτούς τους ανθρώπους... που έρχονται σε μένα για βοήθεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρέος
    • δουλειά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pflicht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Pflicht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pflicht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη