Μετάφραση του "Pharmazeut" σε Ελληνικά

Το φαρμακοποιός είναι η μετάφραση του "Pharmazeut" σε Ελληνικά.

Pharmazeut noun Noun masculine γραμματική

Pillendreher (derb)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαρμακοποιός

    noun masculine

    Das griechische Wort, das auf sie angewandt wird, bedeutet buchstäblich „Drogengebraucher“, nicht „Drogisten“, wie zum Beispiel „Pharmazeuten“.

    Η Ελληνική λέξις που εφαρμόζεται σ’ αυτούς κατά γράμμα σημαίνει φαρμακοδότας, όχι φαρμακοπώλας όπως είναι οι φαρμακοποιοί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pharmazeut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pharmazeut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη