Μετάφραση του "Pianist" σε Ελληνικά

Το πιανίστας είναι η μετάφραση του "Pianist" σε Ελληνικά.

Pianist noun masculine γραμματική

Tastenlöwe (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιανίστας

    noun masculine

    μουσικός που παίζει πιάνο

    Er war ein junger Pianist, der für sie in Prag spielte.

    Eνας νεαρός πιανίστας που τη συνόδεψε στην Πράγα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pianist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Pianist"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pianist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη