Μετάφραση του "Pilger" σε Ελληνικά
Το προσκυνητής είναι η μετάφραση του "Pilger" σε Ελληνικά.
Pilger
noun
Noun
masculine
γραμματική
Pilgersmann (veraltet) [..]
-
προσκυνητής
noun masculinePerson, die aus religiösen Gründen in die Fremde geht
Der Reisende soll erfrischt werden und der Pilger von seinen Sünden befreit.
Ο ταξιδιώτης θα ξεκουραστεί, και ο προσκυνητής θα συγχωρεθεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Pilger " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
pilger
verb
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"pilger" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το pilger στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Pilger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πηγαίνω για προσκύνημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη