Μετάφραση του "Pipeline" σε Ελληνικά

Οι αγωγός, πετρελαιαγωγός, αγωγός φυσικού αερίου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pipeline" σε Ελληνικά.

Pipeline noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωγός

    noun masculine

    Mit der Pipeline könnte die Transportsicherheit deutlich verbessert werden.

    Ο αγωγός θα επιτρέψει να βελτιωθεί οπωσδήποτε η ασφάλεια μεταφοράς.

  • πετρελαιαγωγός

    noun masculine

    Die Trans-Alaska-Pipeline wurde einmal durch das Polarlicht mit 100 Ampere geladen.

    Ο πετρελαιαγωγός της Αλάσκας φορτίστηκε κάποτε με 100 αμπέρ ηλεκτρισμού λόγω του σέλαος.

  • αγωγός φυσικού αερίου

    noun

    Sasol: Erzeugung und Vermarktung von flüssigen Kraftstoffen, Pipeline-Gas, Wachsen, Chemikalien und Vermarktung von Kohle

    για την Sasol: παραγωγή και εμπορία υγρών καυσίμων, αγωγός φυσικού αερίου, κεριά, χημικά προϊόντα και εμπορία άνθρακα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διοχέτευση
    • Σωλήνωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pipeline " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pipeline
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πετρελαιαγωγός

    masculine

    Betrifft: Pipeline gefährdet indigene Bevölkerung in Peru

    Θέμα: Ο πετρελαιαγωγός που απειλεί τους Ινδιάνους του Περού

Εικόνες με "Pipeline"

Φράσεις παρόμοιες με "Pipeline" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pipeline" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη