Μετάφραση του "Playboy" σε Ελληνικά

Το πλεϊμπόι είναι η μετάφραση του "Playboy" σε Ελληνικά.

Playboy Noun noun masculine γραμματική

Salonlöwe (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλεϊμπόι

    Da waren die fast coolen Playboy-Typen, die " in " sein wollten.

    Όπως οι δήθεν κουλ πλεϊμπόι τύποι που τον θεωρούσαν ιν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Playboy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Playboy"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Playboy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη