Μετάφραση του "Plenum" σε Ελληνικά
Το ολομέλεια είναι η μετάφραση του "Plenum" σε Ελληνικά.
Plenum
noun
neuter
-
ολομέλεια
nounDie neue Geschäftsordnung tritt nach Genehmigung durch das Plenum unverzueglich in Kraft.
Ο νέος κανονισμός αρχίζει να ισχύει μετά την έγκρισή του από την ολομέλεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Plenum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη