Μετάφραση του "Polizist" σε Ελληνικά

Οι αστυνομικός, αστυφύλακας, αστυνόμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Polizist" σε Ελληνικά.

Polizist noun masculine γραμματική

Schutzpolizist (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστυνομικός

    noun masculine

    Auge des Gesetzes

    Er hat aufgehört, etwas anderes zu sein als Polizist.

    Ξέχασε πως είναι να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από αστυνομικός εδώ και πολύ καιρό.

  • αστυφύλακας

    noun masculine

    Ich kann mich an keinen Moment erinnern, in dem ich nicht Polizist werden wollte.

    Δεν θυμάμαι ποτέ να μη θέλω να γίνω αστυφύλακας.

  • αστυνόμος

    noun masculine

    Ja, aber ich werde nicht den Polizisten spielen.

    Ναι, μα δεν πρόκειται να γίνω ο αστυνόμος σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χωροφύλακας
    • αστυνομικίνα
    • αστυνομεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Polizist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Polizist"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Polizist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη