Μετάφραση του "Polymerisation" σε Ελληνικά

Οι πολυμερισμός, Πολυμερισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Polymerisation" σε Ελληνικά.

Polymerisation noun Noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυμερισμός

    noun masculine

    Polymerisation (einschließlich Polykondensation), sofern sie Bestandteil der Herstellung ist, oder

    ο πολυμερισμός (συμπεριλαμβανομένης της πολυσυμπύκνωσης), εφόσον συνδυάζεται με εξέλαση από την άποψη των χρησιμοποιούμενων μηχανών· ή

  • Πολυμερισμός

    Polymerisation, Dimerisation und Kondensation

    Πολυμερισμός, διμερισμός και συμπύκνωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Polymerisation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Polymerisation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη