Μετάφραση του "Polypropylen" σε Ελληνικά

Οι Πολυπροπυλένιο, πολυπροπυλένιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Polypropylen" σε Ελληνικά.

Polypropylen noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πολυπροπυλένιο

    Polymer

    Polypropylen, keine Weichmacher enthaltend, mit einem Gehalt an:

    Πολυπροπυλένιο χωρίς πλαστικοποιητή και που περιέχει:

  • πολυπροπυλένιο

    davon: Säcke und Beutel zu Verpackungszwecken, aus Streifen oder dergleichen, aus Polyäthylen oder Polypropylen

    Από τα οποία σάκοι και σακίδια συσκευασίας, κατασκευασμένα από λουρίδες ή παρόμοιες μορφές από πολυαιθυλένιο ή πολυπροπυλένιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Polypropylen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Polypropylen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη