Μετάφραση του "Pomade" σε Ελληνικά

Οι αλοιφή, πομάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pomade" σε Ελληνικά.

Pomade noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλοιφή

    noun feminine

    Jeden Winter hatte Tita spröde Lippen, und ohne Pomade konnte sie nicht lachen.

    Κάθε χειμώνα τα χείλη της Τίτα ήταν τόσο σκασμένα... που για να χαμογελάσει έπρεπε να βάζει αρκετή αλοιφή.

  • πομάδα

    Verdammt, zumindest hätte es den Gestank der Pomade weggewaschen.

    Τουλάχιστον θα ξέπλενε τη βρόμα από την πομάδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pomade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pomade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη