Μετάφραση του "Pore" σε Ελληνικά

Το πόρος είναι η μετάφραση του "Pore" σε Ελληνικά.

Pore noun Noun feminine γραμματική

Kleine Öffnung in der Haut.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόρος

    noun masculine

    Hautpore [..]

    Es spült auch alle Gifte durch die Poren heraus.

    Επιπλέον καθαρίζει διάφορες εσωτερικές τοξίνες μέσω των πόρων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Pore"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη