Μετάφραση του "Postkarten" σε Ελληνικά

Το καρτ-ποστάλ είναι η μετάφραση του "Postkarten" σε Ελληνικά.

Postkarten noun
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρτ-ποστάλ

    noun

    Menschen fingen an eigene Postkarten zu kaufen und zu basteln.

    Ξεκίνησαν να αγοράζουν δικές τους καρτ ποστάλ ή να φτιάχνουν τις δικές τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Postkarten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Postkarten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη