Μετάφραση του "Profession" σε Ελληνικά

Το επάγγελμα είναι η μετάφραση του "Profession" σε Ελληνικά.

Profession noun feminine γραμματική

Maloche (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    Jetzt sind Internet-Recherchen zum primären Schiedsrichter der Legitimität aller Profession geworden.

    Τώρα, οι έρευνες στο διαδίκτυο έχουν γίνει πρωταρχικός κριτής νομιμότητας σε κάθε επάγγελμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Profession " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Profession" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη